βιβλιοθηκη herrk

Entries categorized as ‘Ελλάδα’

Τουρκική εξωτερική πολιτική και Ελλάδα

Απριλίου 21, 2009 · Γράψτε ένα σχόλιο

Στο ιστολόγιό του ο Απόστολος Αθηναίος αναφέρεται στην τουρκική εξωτερική πολιτική σε δύο σύντομα άρθρα. Δεν μπορώ να κρίνω την εγκυρότητα της ανάλυσής του, φαίνονται πάντως σοβαρό έναυσμα για σκέψη.

Το πρώτο άρθρο Τα εξωτερικά παιχνίδια του Χαλίφη από την Πόλη αναφέρεται στην – ασιατική – εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

Το δεύτερο άρθρο Περί της επισκέψεως Ομπάμα στην Άγκυρα…  αφού αναλύει τις θέσεις του Δυτικού και Ανατολικού κόμματος της Ελλάδας, καταλήγει:

“για την Χίλαρι αυτά τα ίδια σουρεάλ σημαίνουν μόνον απλοποίηση της εργασίας της, λόγω μείωσης του αριθμού των διαπραγματευομένων κυβερνήσεων κατά μία. Για ό,τι θέμα αφορά την Ελλάδα, θα διαπραγματευθεί με τον Ερντογάν και τον Πούτιν”.

Κατηγορίες: Ελλάδα

Porta aurea, Μετανάστες

Νοεμβρίου 19, 2008 · 3 σχόλια

Λήμμα “Μετανάστες” από το δικτυακό τόπο: Porta aurea 

Υπάρχουν διάφορες πλευρές του ζητήματος «μετανάστες», σε ορισμένες από τις οποίες προσπαθώ να αναφερθώ.

Το ζήτημα μετανάστες και εγκληματικότητα. Δεν είναι σωστό να φορτώνονται οι μετανάστες όλη την αύξηση της εγκληματικότητας, αλλά είναι γεγονός ότι δίχως αυτούς η αύξησή της θα ήταν μικρότερη. Αυτό όμως δεν λέει κάτι για τους μετανάστες ως σύνολο ούτε για την απόδοση εγκληματικών τάσεων ειδικά σε συγκεκριμένες εθνότητες. Κατά πρώτον πρέπει να διαχωρίσουμε από τη μια την πλειοψηφία των ξένων οικονομικών μεταναστών που δεν είναι εγκληματίες, κι από την άλλη το ποσοστό των εγκληματιών που έρχονται στη χώρα μας για να επιδίδονται σε εγκληματικές ενέργειες, και να συμπεριφερθούμε στην κάθε μιά πλευρά αναλόγως. Οι μετανάστες που δεν εγκληματούν, που συμπεριφέρονται σωστά και δε δημιουργούν προβλήματα (και οι οποίοι είναι η μεγάλη πλειοψηφία των μεταναστών), είναι ολοφάνερα άδικο να υφίστανται τη μεταχείριση που υφίστανται οι εγκληματίες μετανάστες, τόσο από την πολιτεία όσο και από την κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ κ.λπ. Ενώ λ.χ. συνεχώς τα ΜΜΕ μάς παρουσιάζουν εγκληματίες μετανάστες, διόλου δεν παρουσιάζουν την πραγματικότητα των υπολοίπων, περισσότερων μεταναστών που δεν εγκληματούν ούτε ενοχλούν κανέναν. Επίσης η πολιτεία συχνά φέρεται εκδικητικά («επιχειρήσεις σκούπα») στους μετανάστες για πράξεις ομοεθνών τους, λες και στην Ελλάδα ισχύει η συλλογική ευθύνη. Κατά δεύτερον, πρέπει να προσέξουμε πριν αποδώσουμε στους Αλβανούς, Γεωργιανούς κ.λπ. κάποιο «εγκληματικό γονίδιο». Η επιβεβαιωμένη ιστορική αλήθεια δείχνει ότι εγκληματική συμπεριφορά αντίστοιχη με των αλλοδαπών στην Ελλάδα μετά το 1991 είχαν επιδείξει πολλοί Έλληνες μετανάστες στις αρχές του εικοστού αιώνα στις ΗΠΑ συμβάλλοντας στο να θεωρείται εκεί – ώς τον ελληνοϊταλικό πόλεμο – το όνομα «Έλληνας» όπως θεωρείται εδώ το όνομα «Αλβανός». Από το «Culture Conflict and Delinquency» (Νέα Υόρκη, 1938) του Thorsten Sellin (ο οποίος ούτε.. Εβραίος ήταν ούτε ανθέλληνας), βιβλίο αναγνωρισμένο και μεταφρασμένο σε πολλές γλώσσες, προκύπτει για τους Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ πρώτον, ότι στα 1929 αυτοί ήταν η πρώτη σε εγκληματικότητα εθνότητα μεταναστών, στην κατάταξη που αφορά τους εγκληματίες που συνελήφθησαν από την αστυνομία ή προσάχθηκαν στα δικαστήρια, ανά 10.000 κατοίκους της ίδιας κατηγορίας πληθυσμού, σε 31 πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 στις ΗΠΑ (1929-30), και δεύτερον η δεύτερη σε εγκληματικότητα εθνότητα μεταναστών με βάση το κριτήριο των ανδρών άνω των 20 ετών ανά 100.000 άνδρες της ίδιας ηλικίας, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για έγκλημα στο Σικάγο (1925 -1929). Εάν εκείνα τα χρόνια στις ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τους Έλληνες ως «φύσει εγκληματίες»  κι έχοντες το «εγκληματικό γονίδιο», αυτό οπωσδήποτε ήταν ανακριβές και θα ήταν λάθος να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι κακούργοι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα μετά το 1991 ήρθαν όχι μόνο βιοπαλαιστές αλλά και ήδη σεσημασμένοι στις χώρες τους εγκληματίες· αλλά το ίδιο γινόταν και για τους Έλληνες των ΗΠΑ: ήταν συνηθισμένο, στις αρχές του 20ου αι. να στέλνονται οι ελλαδίτες  κατάδικοι και ληστές  της υπαίθρου στην Αμερική, αντί να εκτίουν εδώ την ποινή τους, έπειτα από σιωπηρή συμφωνία με την ελλαδική κυβέρνηση, με τον όρο να μη ξαναγυρίσουν. Αυτό το μέτρο (το οποίο εφάρμοσε κι ο Μουσολίνι για τους Ιταλούς μαφιόζους) ξεκίνησε από την κυβέρνηση Θεοτόκη (1908) και συνεχίστηκε μέχρι το 1924, οπότε άρχισε η ελεγχόμενη μετανάστευση και μπήκαν φραγμοί στην είσοδο ατόμων στις ΗΠΑ. Πάντως τα γεγονότα αυτά αποτυπώθηκαν στη λαϊκή μνήμη, ακόμα και μέσα από ρεμπέτικα τραγούδια (“Για την αγάπη σου”, Π. Τούντα -1934). Φυσικά οι μεταπολεμικοί Έλληνες μετανάστες στις ΗΠΑ ήταν σαφώς ανώτερου επιπέδου. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το πολιτισμικό επίπεδο των σημερινών αλλοδαπών (εγκληματιών) στην Ελλάδα είναι ίσο με αυτό των πριν έναν αιώνα Ελλήνων (εγκληματιών) στις ΗΠΑ, αλλά αυτό ούτε αφορά τη μεγαλύτερη μερίδα των εν Ελλάδι μεταναστών και είναι ανεπίτρεπτο να πιστεύεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανύψωση του επιπέδου. Πάντως είναι εξίσου λανθασμένη η αντίληψη που όλα τα συγχωρεί στους αλλοδαπούς εγκληματίες θεωρώντας αποτέλεσμα κοινωνικών ή εργασιακών αιτίων την εγκληματικότητά τους: αυτή η μονομερή αντίληψη δεν μπορεί να εξηγήσει την διαφορά στη νοοτροπία μεταξύ αυτών των ξένων που το έχουν εύκολο να σκοτώσουν, για να πλουτίσουν, κι αυτών των μεταναστών που ήρθαν εδώ και δουλεύουν σκληρά για να ζήσουν και να βοηθήσουν τους συγγενείς τους στις χώρος τους. Είναι επιχειρηματολογικά δύσκολο να παρουσιάζονται εμμέσως πλην σαφώς λ.χ. οι φόνοι ανυπεράσπιστων παππούδων στα χωριά/διαμερίσματά τους από Αλβανούς ή άλλους για μερικά ευρώ ως ζήτημα και προϊόν της κοινωνικής αδικίας που «μόνο με την κατάργηση του καπιταλισμού θα αρθεί». Δηλαδή ώς τότε, ώς την έλευση του σοσιαλισμού, οι φόνοι αυτοί θα μένουν ατιμώρητοι ή δεν θα υπάρχει προσπάθεια για μείωσή τους, σύμφωνα με αυτήν την «εσχατολογική» αντίληψη; Γι’ αυτό η καλλιτέρευση της αστυνόμευσης αναγκαστικά είναι ένα από τα μέτρα για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταναστών-Ελλήνων, αρκεί να μην αντιμετωπίζεται ο κάθε μετανάστης ως υποψήφιος εγκληματίας, πράγμα αρκετά δύσκολο ωστόσο λόγω της ρατσιστικής προδιάθεσης των αστυνομικών κ.ά.

            Το ζήτημα αριθμός των μεταναστών που μπορεί να αντέξει η Ελλάδα. Καταρχήν δεν είναι δυνατόν να ευσταθεί η άποψη ότι πρέπει ελεύθερα να διακινούνται οι άνθρωποι. Εάν έρχονταν 7 εκατομμύρια μετανάστες στην Ελλάδα ή 60 εκατομμύρια στη Γερμανία, είναι ανόητος όποιος δεν αντιλαμβάνεται την τρομερή αναταραχή που θα δημιουργούνταν. Τέτοια φιλομεταναστευτική αντίληψη ξεκινά από αντικρατικά και ανθρωπιστικά συναισθήματα, ωστόσο λόγω της «πανουργίας της ιστορίας» θα συντελούσε τελικά στη διάλυση των εθνών-κρατών, δηλαδή των μόνων που μπορούν να αντισταθούν στον ιμπεριαλισμό της παγκοσμοποίησης και της πολτοποίησης, εξυπηρετεί δηλαδή ακριβώς και αποκλειστικά τα συμφέροντα άλλων κι όχι των μεταναστών. Γιατί μια ομοιογενής κοινωνία αντιστέκεται πολύ καλλίτερα στη μαζοποίηση από ό,τι μια πρόσφατα διαμορφωμένη κοινωνία 140 εκατομμυρίων λ.χ. 80 εκ. Γερμανών και 60 εκ. μεταναστών. Και μια νεόδμητη κοινωνία «μειώνει» τον πήχη του αποδεκτού επιπέδου. Άρα είναι σωστό να υπάρχει όριο. Κατά δεύτερον πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι δεν παραμένουν σε μια χώρα όλοι οι μετανάστες που υπάρχουν σε μια δεδομένη στιγμή. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το περιοδικό «Ενημέρωση» (Μάρτιος 2004) του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, το 45% των μεταναστών μένουν στη χώρα για διάστημα από ένα έως τέσσερα χρόνια μόνο. Κατά τρίτο, ο αριθμός των μεταναστών είναι συνάρτηση της ικανότητας για ενσωμάτωση. Κι αυτή έχει σχέση τόσο με την δυνατότητα απασχόλησης των μεταναστών όσο και με την πολιτισμική εγγύτητά τους με τους Έλληνες. Για το θέμα της απασχόλησης μιλάμε παρακάτω. Για το θέμα της πολιτισμικής εγγύτητας, συμφέρει να υπάρχουν στην Ελλάδα άτομα από χώρες που πληρούν τα εξής κριτήρια: δεν συνορεύουν με την Ελλάδα και είναι πολιτισμικά ή θρησκευτικά συγγενείς με αυτήν. Πάντως: η Ελλάδα δεν πρέπει, με κάθε νόμιμο μέσο εκτός από τα ακραία, ούτε λόγω ανθρωπισμού ούτε λόγω διεθνισμού να επιτρέπει την παράνομη είσοδο συνεχώς νέων μεταναστών. Δεν συμφέρει ούτε αυτήν ούτε αυτούς.

            Το ζήτημα αφομοίωση ή ένταξη. Ο όρος «ένταξη» ταιριάζει πιο πολύ στο μοντέλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, ενώ ο όρος «αφομοίωση» πιο πολύ στην απορρόφηση, σε μεγάλο ή μικρό βαθμό, των νεοεισερχόμενων στην κοινωνία. Πολυπολιτισμικές κοινωνίες γίνεται να είναι δίχως πρόβλημα μόνο όσες ήταν πρώην αυτοκρατορίες. Επίσης οι πολυφυλετικές ΗΠΑ-Αυστραλία κ.λπ. είναι χώρες στις οποίες καμμιά εθνική ομάδα η οποία κατοικεί τώρα εκεί δεν έχει ανάμνηση κυριότητας των εδαφών αυτών: όλες οι εθνικές ομάδες είναι νεοφερμένες και δεν έχουν μέσα τους την αντίληψη πως τα εδάφη αυτά ανήκουν μόνο σε αυτούς. Επιπλέον παρ’ όλο που υπάρχουν ένα σωρό πολιτισμικές και εθνικές ομάδες στα αγγλοσαξωνικά αυτά κράτη, βλέπουμε πως υπάρχει ουσιαστικά ένας κυρίαρχος πολιτισμός: ο αγγλοσαξωνικός και, συνεπώς, παρ’ όλο που καμμιάς εθνικής ομάδας δεν εμποδίζεται η έκφραση του πολιτισμού της, κυρίαρχη είναι η αγγλική κουλτούρα. Παρ’ όλο λοιπόν που δεν πρέπει να εμποδίζεται η έκφραση των πολιτισμών των μεταναστών, η Ελλάδα είναι πολύ μικρή χώρα για τέτοιες πρακτικές. Ας μη ξεχνάμε ότι πολύ συχνά ο πολυπολιτισμός συνεπάγεται πρακτικά και λόγω της ίδιας της πίστης του στην «ετερότητα» την γκετοποίηση, με ό,τι αυτή σημαίνει για την ενότητα της κοινωνίας. Έτσι, η Ελλάδα δεν μπορεί παρά να επιδιώκει την πολιτισμική αφομοίωση εκείνων των μεταναστών που σκοπεύουν να μείνουν για μια ζωή εδώ.Με αυτή την οπτική θεωρώ απαράδεκτο να γίνεται λόγος για «διαπολιτισμική εκπαίδευση», δηλαδή για προσπάθεια μη αφομοίωσης των ξένων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή χώρα για να έχει γκέτο κι εθνικιστές Άραβες, Βαλκάνιους κ.ά. Εδώ ίσως κάποιοι αναφερθούν στους Έλληνες της Γερμανίας και των ΗΠΑ αναρωτώμενοι αν θα ήθελα επίσης την αφομοίωσή τους από τους Γερμανούς/Αμερικανούς μέσω του σχολείου. Εδώ κάνουν λάθος. Οι Έλληνες της Γερμανίας πήγαν στη Γερμανία έπειτα από επίσημη αίτηση της τελευταίας, σύμφωνα με τις ανάγκες της, ως εργατικό δυναμικό. Δεν μπούκαραν στα σύνορα. Παρομοίως οι πρόγονοι των σημερινών Ελληνοαμερικανών δεν μπήκαν στις ΗΠΑ με το «έτσι θέλω», αλλά επιλέχθηκαν – και ναι, οι Ελληνοαμερικάνοι εξαμερικανίστηκαν στο melting pot. Οι αναλογίες είναι διαφορετικές λοιπόν κι όσοι το ξεχνούν δείχνουν την περιφρόνησή τους στην ιστορική πραγματικότητα.

            Προς το παρόν οι μετανάστες χρησιμοποιούνται ως δούλοι και η χρήση τους αυτή έχει αποτελέσματα, τα οποία είναι προφανές ποιον συμφέρουν. Το πρώτο αποτέλεσμα είναι η πτώση των μισθών των Ελλήνων, αφού οι τελευταίοι πρέπει να ανταγωνιστούν μισθωτούς που δέχονται να δουλέψουν με πολύ μικρότερες αμοιβές. Η μη παροχή ίσων εργασιακών δικαιωμάτων στους ξένους συνεπάγεται αυτήν την ανισότητα στους μισθούς/ημερομίσθια. Η ανισότητα αυτή συμφέρει αποκλειστικά τους εργοδότες, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να την διαιωνίζουν, ώστε να έχουν μικρότερο εργατικό κόστος αλλά και να μειώνουν τους μισθούς/ημερομίσθια των Ελλήνων. Οι Έλληνες από την άλλη, (αυτο)αποπροσανατολίζονται και ενώ δεν βλέπουν ότι το ουσιαστικό πρόβλημα είναι οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές, τις οποίες θεωρούν αναπόφευκτες ή αναγκαίες, νομίζουν ότι φταίνε οι ξένοι μετανάστες για την ανεργία. Ο διχασμός αυτός εξυπηρετεί όχι μόνο οικονομικά αλλά και ιδεολογικά τους εργοδότες, αφού η διαμάχη μετατίθεται από τους εργαζόμενους και τους εργοδότες στους Έλληνες εργαζόμενους και ξένους εργαζόμενους, με αποτέλεσμα να μη διαμαρτύρεται κανείς για τις πρακτικές των εργοδοτών. Πράγματι, με μια πρώτη ματιά η ανεργία των Ελλήνων οφείλεται ώς ένα βαθμό στους μετανάστες εργάτες οι οποίοι παίρνουν τις δουλειές. Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να οδηγήσει απαραίτητα στο συμπέρασμα ότι πρέπει να εκδιωχθούν οι μετανάστες. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι εάν οι ξένοι εργάτες είχαν τα ίδια εργασιακά δικαιώματα (αμοιβές, ασφάλιση), τότε de facto δε θα υπήρχε λόγος να προτιμηθούν αυτοί κι όχι οι Έλληνες για την ίδια εργασία. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι οι μετανάστες και η εδώ παρουσία τους αλλά η άνιση μεταχείρισή τους. Αλλά ακριβώς αυτοί που είναι υπαίτιοι για την άνιση μεταχείριση και οι οποίοι επωφελούνται από την άνιση μεταχείρισή τους, είναι οι ίδιοι που (έχουν τα μέσα αλλά) δεν θα επιτρέψουν ποτέ τον τερματισμό της, με σκοπό να φορτώνονται σε άλλους (στους μετανάστες) τα δικά τους κόλπα.

            Οι μετανάστες χάρη στην δική τους κακοπληρωμένη, σκληρή και ανασφάλιστη εργασία έκαναν πολύ ευκολότερη την ένταξη στην ΟΝΕ· χάρη σε αυτούς οφείλεται η άνθιση ή και η επιβίωση τομέων της οικονομίας (γεωργία, κτηνοτροφία, βιοτεχνία) αλλά και η κάλυψη σε μεγάλο βαθμό των αναγκών για κοινωνικές υπηρεσίες τις οποίες δεν παρέχει το κράτος (οικιακή φροντίδα, φύλαξη γερόντων-ασθενών κ.λπ.). Το πώς γίνονταν πριν το 1991 οι εργασίες αυτές κι από ποιους, όπως αναρωτιούνται ρητορικά οι ακροδεξιοί, είναι προφανές για όποιον θυμάται: κανείς Έλληνας νέος δεν γινόταν βοσκός ούτε μάζευε πορτοκάλια για ένα πιάτο φαΐ, σε μια χώρα γεμάτη πτυχιούχους.

            Η δήθεν φιλοεργατική ακροδεξιά ένσταση λοιπόν ότι οι μετανάστες φταίνε μεταθέτει την υπευθυνότητα αλλού. Γιατί οι Έλληνες εργάτες και τα συνδικάτα, εάν είχαν μυαλό, θα έπρεπε να ζητούν εδώ και τώρα την άμεση και έμπρακτη (μη έμπρακτη θα σήμαινε συνέχιση της εισροής ξένων, συνέχιση της μείωσης των μισθών και του εκβιασμού των εργοδοτών) εργασιακή εξίσωση των μεταναστών ώστε να πάψει ο άνισος ανταγωνισμός με αυτούς και η αισχροκέρδεια των εργοδοτών που έτσι μειώνουν τους μισθούς. Επίσης παράλληλα θα έπρεπε οι Έλληνες εργάτες/τα ελληνικά συνδικάτα να ζητούν την άμεση νομιμοποίηση όλων (κι όχι μέρους τους) όσων τώρα εργάζονται και τώρα μένουν μόνιμα στη χώρα μας, ώστε να μην απολύονται οι νομιμοποιημένοι και εξισωμένοι μετανάστες εργάτες χάριν των παρανόμων κι έτσι διαιωνίζεται η εκμετάλλευση των μεταναστών και η μείωση των μισθών· γιατί διαφορετικά αυτό συμβαίνει: μετά λ.χ. τη νομιμοποίηση του 1998, η οποία αφορούσε μόνο τμήμα των μεταναστών και δεν συνεπαγόταν εργασιακή εξίσωση, προκλήθηκε μεγάλο κύμα απολύσεων των μεταναστών που νομιμοποιήθηκαν, καθώς οι εργοδότες προτιμούσαν να απασχολούν μη νόμιμους – ανασφάλιστους, υπάκουους και φθηνότερους – αλλοδαπούς εργάτες. Η νομιμοποίηση (πράσινη κάρτα – ίδια εργασιακά δικαιώματα/αμοιβές) όλων των μεταναστών θα είχε τα εξής αποτελέσματα: πρώτον, οι μετανάστες δεν θα υφίσταντο εκμετάλλευση. Δεύτερον, οι Έλληνες εργαζομένων θα ανταγωνίζονταν ισότιμα τους ξένους. Τρίτον οι μισθοί των Ελλήνων εργαζομένων δεν θα συμπαρασύρονταν προς τα κάτω, αφού θα ίσχυε το ίδιο μισθολόγιο. Τέταρτον, οι ακροδεξιοί θα έχαναν τη δικαιολογία-αποπροσανατολιστικό επιχείρημα ότι φταιν οι ξένοι για την ανεργία. Πέμπτον, οι εργοδότες δεν θα μπορούσαν να προκαλούν ενδοεργατικό πόλεμο αποποιούμενοι τις ευθύνες τους. Έκτον, ο ρατσισμός θα περιοριζόταν, αφού το κυριότερο έρεισμά του, η χρησιμοποίηση ξένων εις βάρος των Ελλήνων, θα έπαυε να υφίσταται και μάλιστα ο αριθμός των ξένων θα σταθεροποιούνταν, αφού δε θα υπήρχε ανάγκη για εισαγωγή νέου φθηνότερου εργατικού δυναμικού.

            Ασφαλώς δεν συμφέρει τους εργοδότες (οι οποίοι χρηματοδοτούν τα κόμματα εξουσίας επηρεάζοντας έτσι τις αποφάσεις τους) κάτι τέτοιο. Δεν είναι λοιπόν αυτοί που θα το επιδιώξουν, αφού χάρη στον διαχωρισμό ξένων-Ελλήνων εργαζομένων και στον διαχωρισμό νομιμοποιημένων-παρανόμων ξένων έχουν τεράστια κέρδη. Ίσα-ίσα τους συμφέρει να μην νομιμοποιηθούν/εξισωθούν οι μετανάστες· ή αν νομιμοποιηθούν/εξισωθούν, αυτό να γίνει για τμήμα τους κι όχι για όλους· ή αν η νομιμοποίηση/εξίσωση γίνει για όλους, να μην εφαρμόζεται στην πράξη (να μην υπάρχουν/διεξάγονται π.χ. έλεγχοι εργασίας). Τέτοια αιτήματα μπορούν να τα εκφέρουν μόνο οι Έλληνες εργαζόμενοι, αρκεί να δουν ότι αυτό συμφέρει και τους ίδιους και τους μετανάστες κι αρκεί να μην αποκοιμίζονται από τα ΜΜΕ.

            Πρέπει εν τέλει οι μετανάστες να αποκτήσουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα; Στο ερώτημα, αν αφορά το σύνολό τους, πρέπει να απαντηθεί αρνητικά. Όχι, είμαστε πολύ μικρή χώρα για κάτι τέτοιο, γιατί μπορεί αύριο μεθαύριο σε έναν πόλεμο να χρειαστούμε την ανάγκη των μεταναστών, οι οποίοι φυσικά θα αδιαφορήσουν εάν δεν αισθάνονται δεμένοι με την Ελλάδα. Και το δέσιμο αυτό γίνεται όχι μόνο εάν τους φερόμαστε καλά (εργασιακή εξίσωση/νομιμοποίηση) αλλά και αν έχουν αντικειμενικούς, πολιτισμικούς λόγους για να υπερασπιστούν την Ελλάδα ή αν αισθάνονται σχεδόν Έλληνες κι οι ίδιοι. Μόνον εφόσον υπάρχει δυνατότητα πολιτισμικής εγγύτητας και ταύτισης με εμάς, είναι συμφέρον για εμάς να δοθεί η ιθαγένεια. Εάν είναι ανώδυνο και ίσως συμφέρον για την Ελλάδα να δίνει, στο απώτερο ή απώτατο μέλλον, πλήρη πολιτικά δικαιώματα, θα πρέπει να τα δίνει σε άτομα που ταξινομούνται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια για τα οποία ισχύει η φθίνουσα σειρά (δηλαδή το πρώτο είναι το ισχυρότερο, το δεύτερο λιγότερο ισχυρότερο κ.ο.κ.): 1) Οι καλλίτεροι (στον τομέα τους, καθώς και οι ταλαντούχοι γενικώς) ανεξαρτήτως χώρας ή θρησκείας. 2) Οι ελληνικής καταγωγής και οι κάτοικοι ανατολικοευρωπαϊκών ορθόδοξων χωρών που δε συνορεύουν με την Ελλάδα. 3) Οι κάτοικοι των συνορεύοντων με το κράτος μας βαλκανικών χωρών, εφόσον έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά/παντρευτεί Έλληνες, με την ίδια προτεραιότητα και οι μη μουσουλμάνοι Αφρικανοί. 4) Οι μουσουλμανικής αλλά μη Αραβικής καταγωγής που δεν είναι από χώρες της ευρύτερης (Μ. Ανατολή, Καύκασος, Βαλκάνια) γειτονιάς μας, και που έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά (δηλ. από την παιδική ηλικία έμαθαν και τα ελληνικά), κατά προτεραιότητα μεταξύ αυτών όσοι παντρεύτηκαν Έλληνες πολίτες. 5) Οι μουσουλμανικής καταγωγής Άραβες που έχουν εξελληνιστεί γλωσσικά, με την ίδια προτεραιότητα. Είναι προφανές ότι, επειδή η απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων θα γίνει σε λίγους, κυρίως οι δύο πρώτες κατηγορίες πρέπει να ευνοηθούν, εάν επιθυμούμε τη διατήρηση της συνειδησιακής ενότητας του πληθυσμού εντός της χώρας. (7/1/2007). Πρέπει να γίνει σαφές πως η προτεινόμενη λύση της νομιμοποίησης/εργασιακής εξίσωσης (παράλληλα με άλλα κοινωνικά δικαιώματα) πρέπει να εφαρμοστεί πλήρως. Αν απλώς γίνει αποδεκτή στα χαρτιά, τότε θα ζημιωθούν και οι νομιμοποιημένοι ξένοι και οι Έλληνες. Αν μείνει στα χαρτιά, τότε είναι πολύ καλύτερο να διατηρηθεί η τωρινή κατάσταση.

Κατηγορίες: Ελλάδα

Μελιγαλάς

Σεπτεμβρίου 19, 2008 · 1 σχόλιο

Στο ιστολόγιό του ο Πάνος παραθέτει αποσπάσματα και παραπέμπει σε άρθρα για τα γεγονότα στο Μελιγαλά (1944). Το άρθρο συνοδεύεται από – σοβαρή – συζήτηση γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο.

Κατηγορίες: Ελλάδα

Α. Αρανίτσης: Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα

Σεπτεμβρίου 19, 2008 · 3 σχόλια

Χαρακτηριστικά απόσπασματα:

“Ομορφες όσο οι Κρητικές ή οι Κύπριες, με το στολίδι εκείνου του ίχνους της πολιτισμικής απροσδιοριστίας που ευδοκιμεί στα γεωγραφικά μεταίχμια, και με κομψότητα συμμετέχοντας στο παιγνίδι μιας πικάντικης ανάμιξης του θαυμαστού και του τετριμμένου, οι Κερκυραίες ήταν, όλες τους, “ίδιες” [...] υπήρχε ένα στοιχείο εφηβικής ανωριμότητας στη θηλυκότητά τους.”

“Θα επιστρέψω εκεί όπου η παιδική μου ηλικία, για μια στιγμή έστω, ατένισε συγχρόνως τη φυσική Ωρίμανση και το Μαγικό; Καλούμαι να πενθήσω τη φαντασιακή αυτή Κέρκυρα ώστε να ξαναβρώ την αληθινή, όποια κι αν είναι.”

Το δοκίμιο είναι από το ομώνυμο βιβλίο. Εκδόσεις Νεφέλη 1999 (195 σελ.)  

 

 

 

Κατηγορίες: Ελλάδα

Αθήνα, Δεκέμβρης του 1944: μία μαρτυρία Βρεταννού

Ιουνίου 16, 2008 · Γράψτε ένα σχόλιο

Στο ιστολόγιό του, το Μάυρο Χάλι μεταφράζει (σε 3 σελίδες) μία μαρτυρία του Βρεταννού αξιωματικού W. Byford-Jones για τα γεγονότα της 3ης Δεκεμβρίου 1944.

Χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Δεν υπήρχε τίποτα το σκοτεινό ή απειλητικό στη διαδήλωση. Κάποιοι άντρες φώναζαν με φανατισμό προς το αστυνομικό τμήμα ή το ξενοδοχείο, αλλά υπήρχε και μια χιουμοριστική χροιά, με διάφορα αστεία και πειράγματα να ανταλλάσσονται ανάμεσα στους διαδηλωτές και τον κόσμο που παρατηρούσε από τα πεζοδρόμια.

Την προσοχή μου τράβηξε πάλι το μπαλκόνι από πάνω μου, όπου ακούστηκε κάτι σαν παράγγελμα, στα ελληνικά. Η κεφαλή της διαδήλωσης τότε βρισκόταν σε λιγότερο από τριάντα μέτρα. Ο Μπάρμπερ του United Press μου εξήγησε αργότερα πως ήταν εντολή να πυροβολήσουν.”

Κατηγορίες: Ελλάδα

Π. Κονδύλης: Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου

Ιουνίου 16, 2008 · 2 σχόλια

Ολόκληρο το άρθρο εδώ

 

Περίληψη

 

Α/ Ιστορική αναδρομή

Μέχρι το 1920 περίπου το ελληνικό έθνος ήταν κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος: απλωνόταν από την Ουκρανία ως την Αίγυπτο κι από τις παρακαυκάσιες χώρες ως τις ακμαίες παροικίες των Βαλκανίων και της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Έκτοτε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση: Αφανισμός του ελληνισμού της Ρωσίας (μετά το 1919), της Μ. Ασίας (μετά το 1922), των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής (ιδίως μετά το 1945), εκδίωξη Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (1955) και της βόρειας Κύπρου (1974), μαζική φυγή του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου σήμερα. Και οι καταστροφές αυτές δεν επιδέχονται αναπλήρωση: Οι σημερινές ελληνικές παροικίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αυστραλίας βρίσκονται τόσο μακριά και μέσα σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, ώστε μάλλον χρειάζονται την ενίσχυση του ελληνικού κράτους παρά είναι οι ίδιες σε θέση να του δώσουν ουσιαστική υλική ενίσχυση ή πνευματική ώθηση. Η θλιβερότερη ίσως διαπίστωση: Το ελληνικό κράτος δεν στάθηκε σε καμία φάση ικανό να προστατεύσει αποτελεσματικά τον ευρύτερο ελληνισμό και να αναστείλει τη συρρίκνωση ή τον αφανισμό του. Απεναντίας μάλιστα, το 1974 την καταστροφή την προκάλεσε το πραξικόπημα που προήλθε από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Και αν αυτά τα έκαμαν οι δικτάτορες, οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις σίγουρα δεν έχουν λόγους να είναι υπερήφανες για τη χλιαρή έως ανύπαρκτη αντίδρασή τους απέναντι στον ξεριζωμό των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου. Το ελληνικό κράτος βαθμηδόν φανερώνεται ανήμπορο να προστατεύσει ακόμα και το έθνος που βρίσκεται εντός των συνόρων του.

 

Ενώ το ελληνικό έθνος συρρικνωνόταν ακατάπαυστα, η Τουρκία διήνυσε τον αντίθετο ακριβώς δρόμο: Χάρη στη μεγάλη προσωπικότητα του Κεμάλ, η μετάβαση από το οθωμανικό στο τουρκικό κράτος συνδέθηκε μ’ ένα μεταρρυθμιστικό έργο, μ’ ένα νέο αίσθημα ανάτασης και με μια νέα συλλογική μυθολογία, απ’ όπου η Τουρκία μπορεί ν’ αντλεί άμεσα ακόμα και σήμερα. Παρέμειναν βέβαια ενεργά ζωτικά κατάλοιπα οθωμανισμού, μουσουλμανικού λαϊκισμού, προβλήματα μειονοτήτων, ανισομέρειες περιφερειακές και αγκυλώσεις κοινωνικές. Οι εσωτερικές αυτές αντιφάσεις όμως δεν έχουν αναγκαστικά αρνητική επίδραση στο γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας. Σύμφωνα με το Μακιαβέλι, οι εσωτερικές τριβές μεταβάλλονται ενίοτε σε ιδεώδες μίγμα για την άσκηση επιθετικής εξωτερικής πολιτικής. Μάζες μισοχορτασμένων ή μισοπεινασμένων, ικανών να φανατισθούν και να πεθάνουν, ζυμωμένων ακόμα με τις πατριαρχικές αξίες, αν καθοδηγηθούν από μακροπρόθεσμα και ψυχρά σκεπτόμενες ελίτ, αποτελούν όργανο επέκτασης πολύ προσφυέστερο από ένα πλαδαρό κοινωνικό σώμα αιωρούμενο γύρω από τον μέσο όρο μιας γενικής ευημερίας, όπου ύψιστη αποστολή της πολιτικής ηγεσίας είναι ακριβώς να εγγυάται τη διατήρηση αυτής της πλαδαρότητας.

 

Αυτή ακριβώς είναι η κρίσιμη ιστορική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή Ελλάδα και στη σημερινή Τουρκία. Η πρώτη, αφότου το έθνος συνέπεσε ουσιαστικά με το κράτος, δεν έχει ζωτικούς ιστορικούς και πολιτικούς στόχους έξω από τα σύνορά της, της λείπει δηλαδή ακριβώς ό,τι κρατά ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο σε εγρήγορση υποχρεώνοντάς το να υπερβαίνει αδιάκοπα τον εαυτό του (όπως π.χ. έγινε στους Βαλκανικούς Πολέμους). Τέτοιοι στόχοι δεν είναι ούτε οι μάχες οπισθοφυλακής για το Κυπριακό, όπου συχνότατα η ανάγκη μετατρέπεται σε φιλοτιμία, ούτε η ευρωπαϊκή ένταξη, η οποία στην ουσία της δεν είναι παρά η μεταμφιεσμένη επιθυμία άλλοι να μας ταΐζουν και άλλοι να φυλάνε τα σύνορά μας. Ακριβέστερα: αυτά όλα θα μπορούσαν ν’ αποτελούν επί μέρους εθνικές επιδιώξεις υπό την προϋπόθεση ενός σφύζοντος γεωπολιτικού δυναμικού· υπό τις συνθήκες της γεωπολιτικής συρρίκνωσης είναι απλά υποκατάστατα και σκιαμαχίες.

 

Και ενώ οι ελληνικοί εθνικοί στόχοι έχουν de facto περιορισθεί σε μια παθητική αυτοσυντήρηση, όπου διάφορες ρητορικές εξάρσεις εκπληρώνουν την ψυχολογική λειτουργία της υπεραναπλήρωσης, η Τουρκία – ανισομερής, αντιφατική, αλλά με ακμαίες πηγές στοιχειακής γεωπολιτικής ενέργειας – κοιτάζει αδιάκοπα πέρα από τα σύνορά της μέσα σε ευρύτατους χώρους, προς τους οποίους την ωθούν πολύ νωπές και ενεργές ηγεμονικές μνήμες καθώς και ζωντανές ακόμα φυλετικές, γλωσσικές και ιστορικές συγγένειες.

 

Β/ Διεθνείς συμμαχίες

Οι ευρύτεροι χώροι, μέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα έθνος την πρωτογενή του ενέργεια με ποικίλους (οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς κ.τ.λ.) τρόπους, αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναμικό. Οι χώροι αυτοί προφανώς δεν επιλέγονται αυθαίρετα, αλλά συναρτώνται με την πρωτογενή ενέργεια του έθνους, με τη γεωγραφία και με τα ιστορικά προηγούμενα. Συναρτώνται επίσης με τις κινήσεις πλανητικών Δυνάμεων οι οποίες αναζητούν περιφερειακούς δορυφόρους, τοποτηρητές ή εταίρους. Από την άποψη αυτή η Τουρκία διαθέτει αξιολογότατα πλεονεκτήματα απέναντι στην Ελλάδα. Η πρόσφατη προσέγγιση Τουρκίας και Ισραήλ υπό αμερικανική αιγίδα δείχνει σε πόσο μακροπρόθεσμα πλαίσια εντάσσουν οι Αμερικανοί τη στρατηγική αξιοποίηση της Τουρκίας.

 

Σε καμία περίπτωση βέβαια η Τουρκία δεν συμπορεύεται με τις ΗΠΑ ως άβουλος εντολοδόχος τους, αλλά για να προωθήσει δικές της θέσεις και δικά της συμφέροντα, για να έχει πρόσβαση στην υπερσύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία και για να βρίσκεται κοντά σε κέντρα λήψεως κρίσιμων αποφάσεων. Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ζητούσε να συνταχθεί η Ελλάδα με κάθε θυσία στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων, το έκανε γιατί διέβλεπε ότι η χώρα μόνον ως τοποτηρητής τους μετά τη νίκη τους θα ήταν σε θέση να πραγματώσει τα μείζονα εθνικά της όνειρα. Τέτοιες αποφάσεις δεν τις υπαγόρευε η εθελοδουλεία, αλλά το ένστικτο του μεγάλου παίκτη στο μεγάλο παιγνίδι της πολιτικής.  Ο μεγαλύτερος μελλοντικός κίνδυνος για την Τουρκία έγκειται στο ενδεχόμενο της ανάδυσης δυνάμεων ικανών να συναγωνισθούν την αμερικανο-τουρκική επιρροή τόσο στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία όσο και στα Βαλκάνια (Ρωσία, Ιράν). 

 

Η Ελλάδα ελπίζει ότι η Τουρκία θα τιθασευθεί αν ενταχθεί στην «Ευρώπη» και, άρα, αποδεχτεί τις. ευρωπαϊκές αξίες.  Στην πράξη όμως ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση οπότε το κρίνουν συμφέρον άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ’ εαυτήν τα ήθη. Εξάλλου η αξία μιας συμμαχίας για ένα της μέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας. Πιο λιανά: οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι’ αυτούς. 

 

Γ/ Γεωγραφικό μειονέκτημα της Ελλάδας

Το 1922 η ελληνική πλευρά κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ενεπλάκη στο εξής δίλημμα: για να κρατηθεί η Σμύρνη έπρεπε να καταληφθεί η Άγκυρα. Ομως το  βάθος του χώρου κατάπιε τον ελληνικό στρατό. Από τότε τα πράγματα δεν άλλαξαν απόλυτα. Αφενός η έκταση της τουρκικής επικράτειας είναι εξαπλάσια από την ελληνική, αφετέρου συνιστά σχεδόν εξ ολοκλήρου χώρο συμπαγή, ενώ ο ελληνικός χώρος αποτελείται από κατεσπαρμένα εδάφη (νησιά) ή στενές λωρίδες. Το στρατηγικό πλεονέκτημα για την Τουρκία είναι προφανές. Ο κατακερματισμένος ελληνικός χώρος μπορεί να καταληφθεί και να κρατηθεί κατά τμήματα, ακόμα και πολύ μικρά. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά δεν έχει τη δυνατότητα (με ελάχιστες παρήγορες εξαιρέσεις) να αποσπάσει από τον μεγάλο και συμπαγή τουρκικό γεωγραφικό όγκο ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι χωρίς να εμπλακεί, στο τραγικό δίλημμα του 1922. Η κατάληψη τουρκικών εδαφών από ελληνικής πλευράς προσκρούει στο βάθος του χώρου, όχι όμως και η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τουρκικής πλευράς.

 

Δ/Πώς εξουδετερώνεται το γεωγραφικό μειονέκτημα σε περίπτωση πολέμου;

1. Η ελληνική πλευρά θα έκανε πολύ άσχημα να περιορισθεί στην υπεράσπιση των προσβαλλόμενων εδαφών της. Θα πρέπει να επιδιώξει αυτοτελή εδαφικά κέρδη, είτε ως αντιστάθμισμα για μόνιμες δικές της απώλειες είτε ως πιθανό αντάλλαγμα σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις. Και μόνο στη Θράκη η ελληνική πλευρά έχει την – έστω και περιορισμένη - δυνατότητα αξιόλογης κατάκτησης εδαφών.

 

2. Με τη συγκέντρωση των δυνάμεων. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός του ελληνικού χώρου γεννά εύκολα τον πειρασμό αντίστοιχου κατακερματισμού των ενόπλων δυνάμεων. Ο (ουτοπικός) πειρασμός αυτός μπορεί να αποβεί θανάσιμος,

 

3. Η ελληνική πλευρά πρέπει να καλύπτει με ικανή δύναμη πυρός το σύνολο της τουρκικής επικράτειας και όχι απλώς τα θέατρα του πολέμου: διότι το μικρό βάθος του ελληνικού χώρου δίνει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να πλήξει ολόκληρη την επιφάνειά του και, αντίστροφα, το μεγάλο βάθος του τουρκικού χώρου επιτρέπει να αποσυρθούν στο εσωτερικό του, δηλαδή πέρα από την εμβέλεια της ελληνικής δύναμης πυρός, όπλα μεγαλυτέρου βεληνεκούς. (Τα πράγματα θα ήσαν πολύ απλούστερα, αν η Ελλάδα και η Κύπρος δεν ήσαν κράτη με de facto μειωμένα κυριαρχικά δικαιώματα. Στην περίπτωση αυτή, η κυρίαρχη κυπριακή κυβέρνηση θα καλούσε την κυρίαρχη ελληνική κυβέρνηση να εγκαταστήσει αεροπορικές δυνάμεις στο έδαφός της, οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν άμεσα την καρδιά και το υπογάστριο της τουρκικής επικράτειας.)

 

4. Με δεδομένη την τουρκική υπεροπλία και τη γενικότερη τουρκική γεωπολιτική υπεροχή ένα (μαζικό) πρώτο πλήγμα εξ ανατολών θα παρέλυε τεχνικά, αλλά και ψυχολογικά την ελληνική πλευρά. Η Ελλάδα συνεπώς (εφόσον μάλιστα ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την ολοένα και πιο δυνατή Τουρκία) θα έπρεπε να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό.

 

Ε/ Υπερτερεί σε άλλους τομείς η Ελλάδα;

Αφού το τουρκικό γεωπολιτικό δυναμικό είναι υπέρτερο του ελληνικού, ερωτάται επίσης κατά πόσον η ελληνική πλευρά ισοφαρίζει τα οργανικά της μειονεκτήματα με την ανωτερότητά της στον οικονομικό και στον εξοπλιστικό τομέα. Η απάντηση είναι αρνητική και στους δύο τομείς. Στο μεν τομέα του εξοπλισμού η αναλογία ισχύος διογκώνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας. Οσον αφορά δε την (μη ακμαία) ελληνική οικονομία η περικοπή του επιζήμιου παρασιτικού καταναλωτισμού προσκρούει στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος σε πελατειακή βάση.

 

ΣΤ/ Οι “αντιεθνικιστές”

Οι πολέμιοι των εθνικιστικών ιδεολογημάτων δεν αντιλαμβάνονται πως τα όσα αντιπαραθέτουν οι ίδιοι στον εθνικισμό ή μάλλον στις καρικατούρες του είναι κι αυτά ανιστορικά  ιδεολογήματα, και μάλιστα το κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων»  συμπλέκεται με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο. Όμως βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματικότητα οι εθνικιστές που πιστεύουν ότι η αντίθεση Τουρκίας και Ελλάδας είναι αγεφύρωτη παρά όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε και να τελειώσει με την «ευρωπαϊκή» και οικονομιστική λύση – έστω κι αν οι πρώτοι οδηγούνται στη διάγνωσή τους από ψευδείς προϋποθέσεις: Πράγματι, τόσο οι εθνικιστές όσο και οι «ευρωπαϊστές» ή οικονομιστές συμφωνούν ως προς το ότι ο τουρκικός  επεκτατισμός οφείλεται στο «οθωμανικό» και «ασιατικό» παρελθόν, στην «αντιδημοκρατική» ή «φασιστική» υφή του στρατιωτικού κράτους κ.τ.λ., με τη διαφορά ότι οι πρώτοι θεωρούν τα γνωρίσματα αυτά μόνιμα και ανυπέρβλητα, ενώ οι δεύτεροι τα βλέπουν ως μεταβλητά χαρακτηριστικά μιας ιστορικής φάσης ήδη παρωχημένης· δεν μας λένε βέβαια πότε θα μεταβληθούν: γιατί αν αυτό γίνει σε έναν ή δύο αιώνες, τότε η διαμάχη δεν έχει πρακτικό αντικείμενο.

 

Η ιδεολογική πίστη ότι η οικονομική συνεργασία ή διαπλοκή οδηγεί αναγκαία σε άμβλυνση γεωπολιτικών και πολιτικών αντιθέσεων δεν έχει κανένα ιστορικό στήριγμα. Παράδειγμα: ανάμεσα στα 1900 και στα 1914 το γαλλογερμανικό εμπόριο αυξήθηκε κατά 137%, ενώ περισσότερα από τα μισά διεθνή καρτέλ ήταν κοινή γερμανοβρεταννική ιδιοκτησία (ένα απ’ αυτά μάλιστα παρήγε εκρηκτικές ύλες). τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε τις παραπάνω χώρες να εμπλακούν σε έναν φονικότατο πόλεμο.

 

Η φιλελεύθερη και οικονομιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη μιας οικονομίας γεννά μια τάξη φιλελεύθερων επιχειρηματιών, αυτοί προωθούν τον εκσυγχρονισμό και τον εκδημοκρατισμό, οπότε η χώρα γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι μόνον οι μη δημοκρατικές χώρες. Λάθος:  Τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας τους τα χαιρετίζουν και οι επιχειρηματίες αλλά και οι εργάτες, όταν συνδέονται με επενδύσεις, απασχόληση και κρατικές παραγγελίες.

 

Η «αριστερή» παραλλαγή του οικουμενισμού και του οικονομισμού, η οποία διατείνεται ότι ο τουρκικός επεκτατισμός αποτελεί κατά βάση προσπάθεια της άρχουσας τάξης να αποσπάσει την προσοχή των μαζών από τα άλυτα  εσωτερικά προβλήματα· θα υποχωρήσει όταν τα προβλήματα αυτά λυθούν γιατί οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε. Η επιχειρηματολογία αυτή χωλαίνει· δεν εξηγεί γιατί η περίσπαση του λαού μέσω του εθνικισμού και του επεκτατισμού έχει συνήθως τόσο καλά αποτελέσματα. Το 1882 ο Engels έγραφε από το Λονδίνο: «Με ρωτάτε τι νομίζουν οι Άγγλοι εργάτες για την αποικιακή πολιτική ; … το ίδιο ό,τι και οι αστοί… οι εργάτες τρώνε κι αυτοί πρόσχαρα από το μονοπώλιο της Αγγλίας στην παγκόσμια αγορά και στις αποικίες».

 

 

Ζ/ Ψυχολογική υπεραναπλήρωση και μελλοντικές προοπτικές

Όπως ο βαριά άρρωστος δεν αναρωτιέται τί θα κάμει σε δέκα χρόνια, αλλά αν θα βγάλει τη νύχτα, έτσι ο ιστορικά ανίσχυρος χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μακρόπνοων συλλήψεων και την προσήλωση στα άμεσα δεδομένα λόγω μιας κοντόθωρης ευδαιμονιστικής επιδίωξης. Η τάση άρνησης ή απώθησης των μακροπρόθεσμων παραγόντων και εξελίξεων, δηλαδή των δεδομένων της πολιτικής δυναμώνει όταν τα δεδομένα αυτά θίγουν νευραλγικά ψυχολογικά σημεία, με άλλα λόγια τις εθνικές αυταρέσκειες και ψευδαισθήσεις. Υπό την επήρειά τους συνήθως υπερτιμάται η σημασία των τομέων, στους οποίους υπερέχει πραγματικά ή φανταστικά η Ελλάδα (π .χ. θεωρείται ουσιώδες πολιτικό και ιστορικό πλεονέκτημα ότι η Ελλάδα είναι χώρα «ευρωπαϊκή» και «δημοκρατική», ενώ η Τουρκία «οθωμανική», «βάρβαρη», «φασιστική» κ.τ.λ.), και ταυτόχρονα η ισχύς ή οι επιτυχίες της άλλης πλευράς αποδίδονται κατά σύστημα στην εύνοια των Μεγάλων, στον ανθελληνισμό της Δύσης κ.ο.κ. Τέτοια φαινόμενα είναι από πολλές απόψεις φυσιολογικά και δεν θα ήσαν ούτε καν επικίνδυνα, αν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου, στο σύνολο και στη διαχρονική της συνέχεια, σκεφτόταν και ενεργούσε εντελώς διαφορετικά. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, επαρκώς τουλάχιστον.

Θα πρέπει να θυμάται πάντοτε ότι ο καθένας είναι τόσο σοβαρός ο ίδιος, όσο σοβαρό θεωρεί τον εχθρό του και όσο σοβαρά τον αντιμετωπίζει. Οι ηθικολογίες είναι ένας εύκολος τρόπος για να καθίσταται ο εχθρός αξιοπεριφρόνητος. Γι’ αυτό και δεν αποδεικνύουν τίποτε άλλο πέρα από την πολιτική ελαφρότητα εκείνου που τις χρησιμοποιεί.

 

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα ενώ παράλληλα η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Στον βαθμό όπου η Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ’ όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Ετσι, ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τουρκικού δυναμικού, οι Έλληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.

 

Οι μετριότητες που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης. Ουσιαστικά βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν  ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «εξευρωπαϊστικές», αδιάφορο).

 

Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, που μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Οπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται. 

 

 

 

Ενδιαφέρουσα συζήτηση με αφορμή το άρθρο εδώ

 

Αλλα βιβλία και άρθρα του Π. Κονδύλη και εισαγωγή στο έργο του:

http://kondylis.wordpress.com/

 

Το άρθρο αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου Θεωρία του πολέμου, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1997

Κατηγορίες: Ελλάδα

Κ. Παπαϊωάννου: Κόσμος και ιστορία

Ιουνίου 11, 2008 · 1 σχόλιο

Περίληψη

Μέσα σε μερικούς αιώνες η Ευρώπη κατάχτησε και υπόταξε όλη την οικουμένη κι έφερε στον κόσμο το πρώτο πραγματικά οικουμενικό imperium: το πρώτο δηλαδή imperium που η τεχνοκρατική του φύση επιβάλλει μια καθολική συναίνεση γύρω από τη δυτικοευρωπαϊκή επιστήμη και τεχνική. Στην Ευρώπη ο άνθρωπος ανακάλυψε την ιστορική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης και η ιστορική συνείδηση έγινε η ανώτατη μορφή ανθρώπινης αυτοσυνείδησης.

Οπως οι Δυτικοευρωπαίοι απελευθερώθηκαν από τα μεσαιωνικά δεσμά, έτσι κι οι κλασικοί Ελληνες έζησαν κι αυτοί μία χειραφέτηση από την παντοκρατορία των υπερατομικών νόμων της πολιτικής κοινότητας. Ομως οι Ελληνες, παρόλο που είχαν επίγνωση της προόδου που είχαν επιτελέσει τόσο απέναντι στην Ανατολή όσο και απέναντι στο ίδιο τους το παρελθόν, όχι μόνο δεν διανοήθηκαν ποτέ την ιστορία ως πρόοδο αλλά όσες φορές ξεπέρασαν την προχριστιανική αντίληψη περί κυκλικότητας του χρόνου, δεν μπόρεσαν παρά να συλλάβουν την κατεξοχήν “αντιπροοδευτική” ιδέα ότι η διαδοχή των αιώνων αποτελεί μια πορεία παρακμής και αποσύνθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αριστοτέλης, που έγραψε για όλα τα θέματα, δεν μπόρεσε καν να συλλάβει τη δυνατότητα μιας “φιλοσοφίας της ιστορίας”, ενώ αντίθετα κανένα σύστημα δεν είναι τόσο διαπερασμένο από το ιστορικό πνέυμα όσο το εγελιανό.

Κατευθυντήρια δύναμη του αρχαιοελληνικού ουμανισμού δεν ήταν ο αγώνας για μια εσχατολογική κατανόηση της ιστορίας ως προοδευτικής πραγμάτωσης του Απολύτου, αλλά ο αγώνας για τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον “κόσμο”.

Η χριστιανική αντίληψη της ex nihilo δημιουργίας του κόσμου εκμηδένισε τις προϋποθέσεις της ελληνικής φιλίας προς τον κόσμο. Ο κόσμος έχασε την αυτοδυναμία του και ξέπεσε στη θέση ενός αντικειμένου της θεϊκής δημιουργίας. Και όταν με την Αναγέννηση ο κόσμος έπαψε να παρουσιάζεται ως πυραμίδα που απορρέει από το Θεό, γεννήθηκε ένας νέος κόσμος, μέσα στον οποίο η γνώση έπαψε να είναι “αρετή” και έγινε “δύναμη”.

Η ιστορία στο δυτικοευρωπαϊκό σύστημα γίνεται μια έσχατη σανίδα σωτηρίας στο μέτρο ακριβώς που εντείνεται η απομάκρυνσή μας από την αλήθεια και το παρόν; Μήπως δηλαδή η επιτακτική ανάγκη που νιώθουμε να ανασταίνουμε προγόνους για να εξιχνιάσουμε το ίδιο μας το μέλλον δεν είναι ο ιδιαίτερος μας τρόπος να είμαστε απόντες από το παρόν, να μην είμαστε “μέσα στον κόσμο”;

 

 

Κώστας Παπαϊωάννου: Κόσμος και ιστορία – Ελληνική κοσμολογία και δυτική εσχατολογία. Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα (2000). Πρόλογος και βιογραφικό από Γ. Καραμπελιά. Πρωτοεκδόθηκε το 1955. Σελίδες: 89

 

 

Κατηγορίες: Ελλάδα