Αρανίτσης, Επιστροφή στο Γιανναρά

Αποσπάσματα:

[…] Εξακολουθεί να συναντάει κανείς ακόμη και οξυδερκείς ανθρώπους που δεν διστάζουν να βάλουν στο ίδιο τσουβάλι τους πάντες, την παραεκκλησιαστική συμμορία, την Αυλή του Αρχιεπισκόπου, τους Πατριάρχες, τον Γιοσάκη, τον Τσάκαλο, τον Γιαννουλάτο και τους απανταχού «νεοορθόδοξους» με υποτιθέμενο ηγέτη τον Γιανναρά. Τέτοιοι άνθρωποι, οσονδήποτε εύστροφοι ή πολιτικά καλλιεργημένοι και αν είναι, στερούνται πάντως της ικανότητας να καταλάβουν εγκαίρως ότι, μιλώντας για ηθική και εξυγίανση, παίζουν το παιχνίδι του Καλλίνικου και του Ιγνάτιου, που μέλημά τους ήταν πάντα ο εντοπισμός λεκέδων στα ασπρόρουχα των κορασίδων σε συνδυασμό με επενδύσεις στον τομέα της φιλανθρωπίας. Πίσω απ’ τις χονδροειδείς απλουστεύεις παρόμοιου είδους, διαφεύγει το αληθινά σημαντικό ζήτημα, δηλαδή η στοιχειώδης έστω αντιδιαστολή δύο ριζικά αντιμέτωπων φιλοσοφιών ζωής, της Ορθοδοξίας και της δυτικής εκκοσμίκευσης.

Δεν λέω ότι η πρώτη δεν έχει μπει προ πολλού στη φάση του επιθανάτιου ρόγχου. Και, ενδεχομένως, η δεύτερη είναι όντως προτιμότερη αν αδημονούμε για τη συμμετοχή μας στον δυτικό παράδεισο της επιστημονικής και διοικητικής προόδου, εφόσον περί αυτού πρόκειται όπως μας λένε διαρκώς, όμως το να αντικρίζουμε τις δύο αντιλήψεις συνηρημένες σε μια πελώρια εννοιολογική μουντζούρα μού φαίνεται απαράδεκτο.

Εν ολίγοις είναι απαράδεκτο να αιωρείται η εντύπωση πως όλα όσα ενέχονται αυθεντικά ή πλασματικά στο σημαίνον «Ορθοδοξία» μεταφέρουν απαραιτήτως τον ίδιο κοινό παρονομαστή του θρησκόληπτου φανατισμού ή των κομπιναδόρων της σιμωνίας. Εδώ, τα πρόσωπα και τα σύμβολα, η λογοτεχνία, οι προσομοιώσεις, οι καρικατούρες των δεσποτάδων και ο απόκοσμος ερωτισμός της Μεγάλης Παρασκευής ρίχνονται στους πάγκους ανακατεμένα ώστε να προκύψει η εξ υποθέσεως τάχα γειτνίαση της ορθόδοξης αγιότητας με το φθονερό βλέμμα τού υπ’ αριθμόν δύο της ιεραρχίας κι έτσι να χάσουν την αιχμή τους και τα δύο. Είναι σαν εξαρτημένο ανακλαστικό· για όσους αισθάνονται ναυτία στη μυρωδιά του λιβανιού, ο απεριόριστα τρυφερός και απαράμιλλα ήρεμος λόγος περί προσευχής του Ισαάκ του Σύρου και οι τηλεοπτικές ανακοινώσεις της Αρχιεπισκοπής Αθηνών θεωρούνται χειρονομίες συγγενικές. Ομως δεν είναι το ίδιο. Αγάπη και δολιότητα δεν είναι καθόλου το ίδιο, όσο και αν η δεύτερη εκπαιδευόταν εδώ και αιώνες στο να επικαλείται την πρώτη με σταυροκοπήματα. Για να το πούμε λαϊκά, ιεροκήρυκες της ανέραστης και ανέμπνευστης ψευδοχριστιανικής συνθηματολογίας και ασκητές παραδομένοι στο ειδύλλιο με τη θεία σιγή όχι μόνον δεν είναι συνέταιροι αλλά επιτρέπεται να ορίσουμε τις πνευματικές τους ψήφους σαν τα αντίθετα άκρα στον άξονα ζωής/θανάτου. […]

Αυτός είναι ο λόγος που υποχρεώνομαι να συστήσω στους νεότερους αναγνώστες, ειδικά σ’ εκείνους που δεν ντρέπονται στην ιδέα ότι μπορεί να θεωρηθούν εκτός εποχής, δύο απ’ τα βιβλία του προαναφερθέντος Χρήστου Γιανναρά, το Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα (εκδ. «Δόμος») και το Καταφύγιο ιδεών (επίσης «Δόμος») που συζητήθηκαν αρκετά στον καιρό τους και που αξίζει τον κόπο να τα έχει κανείς υπ’ όψιν του πριν βιαστεί να αποφανθεί για ζητήματα τόσο ταλαιπωρημένα όσο αυτό της εθνικής ταυτότητας ή εκείνο του εξευρωπαϊσμού των θεσμών. […]

Οι  φτηνές αντιπαλότητες στους κόλπους της λεγόμενης Εκκλησίας είναι ένας άριστος αντιπερισπασμός εις υγείαν των κορόιδων, […] χρησιμεύουν στη σκηνή της συλλογικής μας συνείδησης (δηλαδή, για να ακριβολογούμε, στη σκηνή των ΜΜΕ) σαν ιδεώδης επιπωματισμός του κενού που αφήνει η αληθινά σημαντική συζήτηση όταν δεν γίνεται. Ποια συζήτηση; Αυτή στην οποία, είτε μας αρέσει είτε όχι, επιμένει ο Γιανναράς . […]

[Οσον αφορά τα ελαττώματα των δύο έργων:]  ο Γιανναράς θεωρεί  ότι «πέτυχε» κανείς άπαξ και έγινε γνωστός γιατρός ή δικηγόρος, έντιμο και αξιοπρεπές μέλος της κοινωνίας […] Ολοι οι υπόλοιποι «ανώνυμοι» συνιστούν συλλήβδην, για τον Γιανναρά, το υποκείμενο της «λαϊκής ευσέβειας» και τίποτα παραπάνω. Τους αδικεί λοιπόν με το να τους ζητάει να είναι μεν αυθόρμητοι και εμπειρικοί ορθόδοξοι Ανατολίτες αλλά να είναι ταυτόχρονα απαλλαγμένοι από τα ελαττώματα της πιάτσας, σπουδαγμένοι στη Γερμανία, κάτοχοι της ευγένειας των σαλονιών και να μη σπρώχνουν ο ένας τον άλλον στις ουρές, να μη φωνάζουν μέσα στα λεωφορεία κ.τ.λ.! Ισως τον ενοχλεί και ότι ρευόμαστε οι Ελληνες.

Υποστηρίζω εν τούτοις ότι θα πρέπει να πλησιάσουμε ξανά τέτοια έργα υπό το πρίσμα της κακής ωφέλειας των ιστορικών εμπειριών που μεσολάβησαν. Το Ορθοδοξία και Δύση είναι ένα εκλαϊκευμένο ιστορικό σύγγραμμα που διαπραγματεύεται την περιπέτεια της αλλοτρίωσης της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αρχής γενομένης από την εθελοντική προσχώρηση σοβαρών διανοουμένων, ήδη πριν απ’ την Αλωση, στη γοητεία του δυτικού τρόπου σκέψης, υπό την εκθαμβωτική λάμψη των «φώτων». Στην εκτίμηση που τρέφω γι’ αυτό το βιβλίο συνηγορεί εμμέσως το γεγονός ότι οι απόψεις του δεν άρεσαν εξαρχής σε κανέναν. Οι διανοούμενοι τις θεώρησαν καρπούς σκοταδιστικής εμμονής στην αναπόληση των πλεονεκτημάτων των ορθόδοξων κοινοτήτων, όπου η αχαλίνωτη ατομικότητα, δηλαδή η βασική τους επένδυση, ήταν άγνωστο μέγεθος, ενώ οι πολιτικοποιημένοι χαμογελούσαν ειρωνικά, σιγοντάροντας τη μεγάλη μερίδα της πανεπιστημιακής κοινότητας που απλώς δεν καταλάβαινε γιατί γίνεται τόσος θόρυβος. Τέλος, ο ίδιος ο εκκλησιαστικός μηχανισμός άρχισε αμέσως να απεχθάνεται το παράξενο θάρρος της «νεοορθόδοξης» παλινδρόμησης αφού αυτή καυτηρίαζε την προσκόλληση τόσο της ελίτ όσο και των μεσαίων στρωμάτων του στο εισαγόμενο βατικάνιο ή προτεσταντικό μοντέλο […]

Γενικά, ο Γιανναράς κατέληξε αντιπαθής. Αξίζει να μας βάλει σε σκέψεις ότι, για την ασυζητητί απόρριψη τέτοιων αντιλήψεων, τα στελέχη των πολυεθνικών, ο περίφημος μεσαίος χώρος και η Αριστερά εκδηλώνουν, ξαφνικά, πανηγυρική ομοφωνία. […]

Είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες; Είμαστε μήπως κάτι ενδιάμεσο, ένα σταυροδρόμι, ένας κόσμος μεταιχμιακός; Είμαστε άραγε, καθώς λένε, ένας τρόπος μάλλον παρά ένας τόπος; Είμαστε μιμητές, πιθηκίζουμε; ‘Η απλώς προσχωρήσαμε στην πρόοδο βιαστικά, όπως οφείλαμε, ύστερα από μακραίωνη καθυστέρηση; Στο Ορθοδοξία και Δύση εξιστορείται η βαθμιαία αιχμαλωσία της Ανατολής στην πολιτισμική σαγήνη της Δύσης, από την εποχή του Κυδωνιάτη ώς τον θρίαμβο των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων στον 20ό αιώνα. […]

Αυτό που κυρίως φωλιάζει εδώ, στην κρυμμένη σημασία της «ανατολίτικης» ιδιαιτερότητάς μας, και που ο αναγνώστης οφείλει να το προσεγγίσει με δικά του έξοδα, είναι η αξία ενός ιδιοσυγκρασιακού πολιτισμού που εξαφανίζεται σταδιακά υπό την πίεση των δυτικών προτύπων και κριτηρίων, απεριόριστα θελκτικών επειδή υπόσχονται να μας απαλλάξουν από το βαρύ βλέμμα της κοινότητας με τίμημα την άρον άρον εναπόθεση της βούλησης στους υπολογιστές και τους ωρολογιακούς μηχανισμούς μιας ολοκληρωτικά ρυθμισμένης συμπεριφοράς. Μιλάω με έμφαση γι’ αυτό το υπόλειμμα επειδή ο Γιανναράς δεν το περιποιείται όσο πρέπει, ενδεχομένως θεωρώντας τον χαρακτήρα του αυτονόητο, ενώ για τους νέους σε ηλικία αναγνώστες αποτελεί μάλλον κάτι το αινιγματικό, κάτι που περιέχεται στον ψυχισμό τους αλλά δίχως όνομα.

Είναι, φερ’ ειπείν, πολύ δύσκολο να εξηγήσω σ’ έναν 20άρη ότι βρίσκομαι, 50 ετών σήμερα, πολύ κοντύτερα στην κοινωνία που αναπαριστούν οι ηθογράφοι του 19ου αιώνα (γαλουχήθηκα στον πριν την τηλεόραση κόσμο της γειτονιάς) παρά στο ετοιμοπαράδοτο σύμπαν της δικής του γενιάς, όπου η ανθρωπότητα εμφανίζεται οργανωμένη σύμφωνα με την αδυσώπητη λογική των ποσοστών. Και είναι ακόμη πιο δύσκολο να του εξηγήσω τι ακριβώς πενθώ όταν υιοθετώ έναν τόνο διαμαρτυρίας σαν αυτόν εδώ, οπότε το πένθος μοιάζει δυστυχώς μ’ εκείνη την αφόρητη νοσταλγία για τα γιασεμιά που σαρκάζουν νυχθημερόν οι μοδίστρες του lifestyle, περιέργως με το δίκιο τους.

Πηγή: «Ελευθεροτυπία-Βιβλιοθήκη» – 18/03/2005. Το αλίευσα από το Αντίφωνο

Advertisements

12 thoughts on “Αρανίτσης, Επιστροφή στο Γιανναρά

  1. Herrk
    πράγματι, το τμήμα όπου θεωρεί ο αρ. πώς ο γιανναράς νομίζει ότι πρέπει να είναι ο «λαός», δηλ. αυθόρμητος κι εμπειρικός αλλά όχι με τα ελαττώματα της πιάτσας κι έχοντας τα προτερήματα των σαλονιών είναι απ’ τα βασικότερα (υπόγεια) προβλήματα της πολιτικής πρότασής του.

  2. πράγματι. κι αυτή, λοιπόν, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υπόγεια», ως υπονοούμενη, ως » εμμέσως πλην σαφώς» υποδείξεις, π.χ. για τις απεργίες, την εκπαίδευση, την εξωτερική πολιτική, τη σχέση κράτους-εκκλησίας. οικονομική μόνο πολιτική δε θυμάμαι μόνο να υπέδειξε

  3. ωραίος ο Ε. ως συνήθως.
    γιατί όμως μου δημιουργείται η εντύπωση πως διαβάζει στον Γιανναρά περισσότερο όσα θα ήθελε να υπαινίσσεται και λιγότερο όσα ο ίδιος λέει;
    (ίσως γιατί χωρίς να το θέλω ανήκω στην «Αριστερά που εκνευρίζεται απλώς και μόνο στη θέα τού ράσου εξαιτίας της ακροδεξιάς του προϋπηρεσίας)

  4. Ενδεχομένως, Βυτίο. Ως γνωστόν ούτε κι ο Αρανίτσης είναι αλάνθαστος (πρόκειται για φημολογία παρά για αποδεδειγμένη αλήθεια).

    Θα διαπιστώσεις αν έχεις δίκιο διαβάζοντας τα προτεινόμενα. Πάντως το ότι ο Γ. είναι αντιπαθής σε σχεδόν όλους είναι κατ αρχήν υπέρ του. (Νομίζω.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s